Το εργατικό δυναμικό αποτελεί διαχρονικά το μεγαλύτερο κεφάλαιο των επιχειρήσεων. Στα πλαίσια της ενίσχυσης και διατήρησης του ήδη υπάρχοντος προσωπικού αλλά και προσέλκυσης νέου, πολλές επιχειρήσεις παρέχουν επιπλέον κίνητρα και οφέλη στους εργαζομένους τους, αξιοποιώντας πολλαπλά κέρδη και για τις ίδιες.
Εκτός από τα άμεσα οικονομικά κίνητρα που παρέχουν οι επιχειρήσεις, ιδιαίτερα διαδεδομένη είναι η ομαδική ασφάλιση των εργαζομένων τους με ιδιωτικά συνταξιοδοτικά προγράμματα. Με αυτόν τρόπο εδραιώνεται η καλή σχέση εργοδότη-εργαζομένου, ισχυροποιείται η καλή πίστη και εμπιστοσύνη προς τον εργοδότη, αυξάνεται η αίσθηση σιγουριάς και ασφάλειας του εργαζομένου στο χώρο εργασίας του, και εξασφαλίζεται η ηρεμία, η απρόσκοπτη λειτουργία και η αύξηση της παραγωγικότητας του. Επιπλέον, στη λήξη του προγράμματος οι εργαζόμενοι απολαμβάνουν άμεσα οικονομική οφέλη, είτε εφάπαξ είτε με τη μορφή περιοδικά καταβαλλόμενης σύνταξης.
Εκτός, όμως, από την αίσθηση ανταμοιβής για την προσπάθεια και τα αποτελέσματα των εργασιών του προσωπικού, άμεσα ή έμμεσα κέρδη έχουν και οι επιχειρήσεις, μέσω των ομαδικών προγραμμάτων. Άμεσο κέρδος είναι το φορολογικό, καθώς δύνανται να περνούν τα ομαδικά ασφαλιστήρια στα έξοδα τους και ταυτόχρονα μπορούν να εκμεταλλεύονται έμμεσο κέρδος παρέχοντας κίνητρα και οφέλη στους εργαζομένους με ένα χαμηλό κόστος. Η παροχή αποκτά ακόμα μεγαλύτερη αξία στις μέρες μας λόγω της κατάστασης που επικρατεί στο ασφαλιστικό, ενισχύοντας τη δημόσια σύνταξη των εργαζομένων.
Τα ομαδικά ασφαλιστήρια απευθύνονται στις επιχειρήσεις κάθε δραστηριότητας και διαμορφώνονται σύμφωνα με τις ανάγκες του προσωπικού, αλλά και τις δυνατότητες και επιθυμίες του εργοδότη. Το ύψος και η διάρκεια του συνταξιοδοτικού προγράμματος μπορούν να προσαρμοστούν στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μιας εταιρείας. Επίσης, μπορούν να διαμορφωθούν διαφορετικές κατηγορίες συνταξιοδοτικών προγραμμάτων ανά ομάδες εργαζομένων εντός της ίδιας εταιρείας. Το κόστος ενός ομαδικού προγράμματος μπορεί να το αναλάβει είτε εξολοκλήρου ο εργοδότης ή ο εργαζόμενος, είτε συνδυαστικά.
Σύμφωνα με το ισχύον φορολογικό καθεστώς, τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται από τον εργαζόμενο ή τον εργοδότη για λογαριασμό του εργαζομένου, στο πλαίσιο ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων, εξαιρούνται από τον υπολογισμό του εισοδήματος από μισθωτή εργασία, συνεπώς αυτά τα ποσά δεν φορολογούνται ως μισθός για τον εργαζόμενο κατά τον χρόνο αυτό.
Αντιθέτως, θα προκύψει αυτοτελής φορολόγηση κατά τον χρόνο λήξης του συνταξιοδοτικού προγράμματος, όταν δηλαδή ο εργαζόμενος θα εισπράξει από την ασφαλιστική εταιρεία το ασφάλισμα είτε εφάπαξ είτε ως περιοδική σύνταξη. Ο φόρος υπολογίζεται:
α) Σε 15% για κάθε περιοδικά καταβαλλόμενη παροχή.
β) Σε 10% για εφάπαξ καταβαλλόμενη παροχή μέχρι 40.000 ευρώ.
γ) Σε 20% για εφάπαξ καταβαλλόμενη παροχή κατά το μέρος που υπερβαίνει τις 40.000 ευρώ.
Οι παραπάνω συντελεστές προσαυξάνονται κατά 50% σε περίπτωση είσπραξης από τον δικαιούχο ποσού πρόωρης εξαγοράς (δηλ. πριν από τη λήξη του συμβολαίου). Δεν θεωρείται πρόωρη εξαγορά κάθε καταβολή που πραγματοποιείται σε εργαζόμενο, ο οποίος έχει θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα ή έχει υπερβεί το 60ό έτος της ηλικίας του, καθώς και κάθε καταβολή που γίνεται χωρίς τη βούληση του εργαζομένου, όπως σε περίπτωση απόλυσής του ή πτώχευσης του εργοδότη. Αντιθέτως, η είσπραξη του ασφαλίσματος, λόγω οικειοθελούς αποχώρησης του εργαζομένου από την επιχείρηση (εφόσον δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις) συνιστά περίπτωση πρόωρης εξαγοράς.
Ο φόρος παρακρατείται κατά την πληρωμή του ασφαλίσματος από τις ασφαλιστικές εταιρείες και δεν οφείλεται περαιτέρω φόρος εισοδήματος από τους δικαιούχους. Οφείλεται, ωστόσο, ειδική εισφορά αλληλεγγύης κατά την εκκαθάριση του φόρου. Τέλος, σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου και είσπραξης του ποσού του ασφαλίσματος από τους κληρονόμους, η εν λόγω παροχή υπόκειται σε φορολογία κληρονομιών.
Εκτός από τα οφέλη και το φορολογικό καθεστώς, είναι σημαντικό για όσους προτίθενται να συνάψουν ιδιωτικά συνταξιοδοτικά προγράμματα να γνωρίζουν εκ των προτέρων ποιοι είναι όροι, τα ψιλά γράμματα και οι παγίδες των ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να είναι σαφές: Αν πρόκειται για εγγυημένου τύπου συνταξιοδοτικό πρόγραμμα ή πρόγραμμα συνδεδεμένο με επενδύσεις. Αν υπάρχει εγγυημένο επιτόκιο ή ενδεικτικό. Αν είναι εγγυημένο και διασφαλισμένο το κεφάλαιο που θα καταβάλλει ο ασφαλισμένος καθ’όλη τη διάρκεια του προγράμματος. Αν είναι σταθερό το ποσό των καταβολών ή κυμαινόμενο. Αν υπάρχει δυνατότητα έκτακτων καταβολών. Αν είναι εγγυημένη και για πόση διάρκεια η σύνταξη. Τι συμβαίνει σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου, τόσο κατά της διάρκεια του συνταξιοδοτικού προγράμματος όσο και κατά τα τη διάρκεια της συνταξιοδότησης του.
Σε κάθε περίπτωση, καθίσταται απαραίτητο και σημαντικό να υπάρχει ένας επαγγελματίας ασφαλιστικός σύμβουλος που με την κατάλληλη κατάρτιση και τις γνώσεις του θα καθοδηγήσει τον ασφαλισμένο, θα τον προστατεύει από τις κακοτοπιές και εν τέλει θα τον οδηγήσει στην καλύτερη, ασφαλέστερη και αποδοτικότερη λύση συνταξιοδοτικού προγράμματος, αξιοποιώντας την εργαλειοθήκη της ιδιωτικής ασφάλισης.
Για άλλη μια φορά εξάγεται το συμπέρασμα πώς μέσω της ασφάλειας ιδιωτικής σύνταξης μπορεί να επέλθει ένα πλήθος από αμοιβαία οφέλη, τόσο για τις επιχειρήσεις που καλούνται να ανταπεξέλθουν σε ένα δύσκολο και απαιτητικό οικονομικό περιβάλλον, όσο και για τους εργαζόμενους που κατοχυρώνουν συμβόλαια υψηλής αξίας και εξασφαλίζουν ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο για τα χρόνια της συνταξιοδότησης τους.